Η Κατερίνα (γνωστή ως Κυρία Κατερίνα και Κατερίνα Ανδρεάδη, από το επώνυμο του πρώτου της συζύγου) ήταν ελληνίδα ηθοποιός μεγάλου διαμετρήματος, που διέπρεψε στο θέατρο. Είναι σχεδόν άγνωστη στους σύγχρονους Έλληνες, καθώς δεν άφησε το αποτύπωμά της στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ο θεατρικός κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος τη σκιαγραφεί ως εξής:
«Η Κατερίνα είναι ηθοποιός με τέλεια τεχνική, καλπάζοντες ρυθμούς, ευρηματική σκηνική φαντασία, χιούμορ και γοητευτική παρουσία. Είχε έναν προσωπικό τρόπο έκφρασης με ιδιότυπη φωνή και τελείως ιδιαίτερα τεχνικά εφέ, ώστε μπορεί να πει κανείς ότι δημιούργησε σχολή χωρίς μαθητές. Μετά την Κοτοπούλη και την Κυβέλη, ήταν η μεγάλη θιασάρχης με την επαγγελματική συνείδηση και την έγνοια για ένα θέατρο υψηλών προδιαγραφών και προσφοράς καλλιτεχνικής. Εκτός από την υποκριτική της συμβολή, προσέφερε μια επαγγελματική στέγη για να εκκολάπτονται νέα ταλέντα και να δοκιμάζονται νέοι συγγραφείς».
Στην Ελλάδα επανέκαμψε με προτροπή του Φώτου Πολίτη και προσελήφθη ως πρωταγωνίστρια του νεοϊδρυθέντος Εθνικού Θεάτρου το 1932. Την ίδια χρονιά έπαιξε με τον Βεάκη στην «Άμαξα» του Πρόσπερ Μεριμέ την Περικόλ, την Πόρσια στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ και την κόρη του καπετάνιου στο έργο της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Ενώ το πλοίο ταξιδεύει». Στη μικρή θητεία της στο Εθνικό συμμετείχε επίσης στα έργα «Ο θάνατος του Δαντόν» του Μπίχνερ (1933), «Ο προσηλυτισμός του καπετάν Μπράσμπαουντ» του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο (1933), «Ο αρχοντοχωριάτης» του Μολιέρου (1933), «Καθήκον» του Τζον Γκαλσγουόρθι (1933), «Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι (1934) και «Βρυκόλακες» του Ίψεν (1934).
Το 1934 εντάχθηκε στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη για μία σεζόν και το 1936 συγκρότησε δικό της θίασο με την επωνυμία «Ελεύθερος Καλλιτεχνικός Οργανισμός», τον οποίο διατήρησε έως το 1969, οπότε αποσύρθηκε από τη σκηνή. Από τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα στην Ελλάδα κατέκτησε το θεατρόφιλο κοινό και αναδείχθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της νεοελληνικής σκηνής, με τη διάπλαση εξαιρετικών ρόλων σε έργα ανώτερης δραματικής πνοής.
Η Κατερίνα συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς (Αιμίλιο Βεάκη, Μάνο Κατράκη, Τζαβαλά Καρούσο, Κυβέλη, Δημήτρη Χορν, Έλλη Λαμπέτη, Γιώργο Παππά) και με τους κορυφαίους σκηνοθέτες (Κάρολο Κουν, Γιαννούλη Σαραντίδη, Τάκη Μουζενίδη, Ντίνο Γιαννόπουλο, Σωκράτη Καραντινό) και σκηνογράφους (Γιώργο Ανεμογιάννη, Γιώργο Βακαλό κ.ά.).
Τέσσερα χρόνια μετά τη διάλυση του θιάσου της, επέστρεψε στη σκηνή το 1973 με το έργο της Λίλιαν Χέλμαν «Μικρές Αλεπούδες» που ανέβασε η Έλλη Λαμπέτη κι έπειτα αποσύρθηκε οριστικά. Έκτοτε έζησε αποτραβηγμένη μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Σε πρώτο γάμο, η Κατερίνα είχε παντρευτεί τον δικηγόρο Δημήτρη Ανδρεάδη. Μετά το διαζύγιό τους, ο πρώην σύζυγος της, της απαγόρευσε να χρησιμοποιεί το επώνυμό του κι έτσι ο θίασός της μετονομάστηκε σε «Θίασος Κυρίας Κατερίνας». Σε δεύτερο γάμο, στα μέσα της δεκαετίας του ‘40, παντρεύτηκε τον ηθοποιό, σκηνοθέτη και μόνιμο διευθυντή των θιάσων της -μέχρι το 1959 οπότε και χώρισαν- Τίτο Φαρμάκη (1909-1970).
Η Κατερίνα άφησε την τελευταία της πνοή την 1η Μαΐου του 1993 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.